19 Φεβ 2020

Νόμος είναι το δίκιο του σακάτη!


Έπρεπε να πάω σήμερα το πρωί στην ανακρίτρια του πταισματοδικείου -καράκεντρο της Αθήνας- για να καταθέσω για μια υπόθεση.
Παίρνω χθες φίλη δικηγόρο:
- «πού θα παρκάρω;» της λέω
-«πουθενά», μου λέει. «Πήγαινε με ΤΑΧΙ».
- Τι λες μαρή, και μετά τι θα κάνω από κει που θα με αφήσει ο ταρίφας και το κυριότερο, πώς θα φύγω μετά; Δεν υπάρχουν θέσεις για ΑμεΑ στο σούπερ ντούπερ δικαστικό κτήριο το οποίο χτίζουμε από τότε που ο μακαρίτης ο Γιαννόπουλος δεν χρειαζότανε βιάγκρα;
Γέλωτας βραχνός από την άλλη άκρη του ακουστικού και: «καλά, άσε τις μαλακίες και πήγαινε με ταξί».

Προφανώς και δεν την άκουσα, οπότε την σήμερον σηκώθηκα, πλύθηκα ξουρίστικα, έβαλα τα σέα μου, πήρα το smartάκι και την κυρά για να βοηθήσει αν μετρήσω τίποτα δόντια σε κανα σκαλί (πέφτω συχνά τελευταία) και βγήκαμε στον πηγαιμό για την Λουκάρεως.
Είχα παραμυθιάσει την Κατερίνα ότι πρώτον τέτοια ώρα δεν έχει κίνηση και δεύτερον θα μας πάρει ένα εικοσάλεπτο στην ανακρίτρια, οπότε τα λοιπά ραντεβού της θα τα έβγαζε με σχετική ασφάλεια.

Μας πήρε περι τα 50 λεπτά χωρίς καφέ να φτάσουμε, οπότε ήδη η Πατέλη με κοίταζε εχθρικά. Γύρω από το δικαστικό μέγαρο κόλαση! Κόσμος να ουρλιάζει στα κινητά, δικηγορίνες -όλες σε αμπαλάζ Θεσσαλονικιάς- να παλεύουν να ισορροπήσουν σε 10ποντα κρατώντας 20 φακέλους, σινιέ τσάντα και καφέ σε χάρτινο. Οι ασφαλίτες του Μπακογιάννη (τεκνάκι τον βρήκε η Πατέλη) να κόβουν την κίνηση για να τον βγάλουν απ το αυτοκίνητο. Ταξιτζήδες παντού να κορνάρουν, μηχανάκια να περνάνε από πάνω σου, πεζοί να σκουντάνε λες και είναι αμυντικοί σε αγώνα ράγκμπι. Μακελειό! Και μέσα εκεί εγώ γαλήνιος να ψάχνω κάποιον να ρωτήσω πού διάολο έχει θέσεις αναπηρικές ν αφήσω το σμαρτάκι.
Φευ! Είχε δίκιο η Ευού (η επιστήμων φίλη καλέ, η δικηγόρα) δεν έχουν προβλεφθεί θέσεις ΑμεΑ στο Μέγαρο. Τι δουλειά έχουν οι ανάπηροι έξω από το σπίτι τους;
Ψάχνω να βρω ένστολο να ρωτήσω, τίποτα. Ρωτάω ταρίφα, τίποτα. Η Πατέλη έτοιμη να με δείρει και μου κορνάρουν από την Κηφισιά και κάτω όλα τα αυτοκίνητα του λεκανοπεδίου.
Τζιπούρα Άουντι παρκάρει χαρούμενα κι ανέμελα πίσω από το υπηρεσιακό του Δημάρχου της καρδιάς μας (της καρδιάς Της Σία βασικά – της Κοσιώνη όχι της άλλης των φονιάδων των λαών), παραπίσω έχει μοναχικό κάδο σκουπιδιών, μικρό κενό και μια σειρά παρκαρισμένα πιθανότατα παρανόμως αλλά σχετική ταμπέλα δεν είδα. Αποφάσισα λοιπόν να βάλω το όχημα που είχε αρχίσει να μυρίζει καμένο μέταλλο να κάνει παρέα με τον κάδο απορριμμάτων κάτι που του ταιριάζει πολύ.
Το κλειδώνω όλος κουτσή τσαχπινιά και βαδίζω το δρόμο προς το κτήριο του πλημμελειοδικείου. Κάπου εδώ να πούμε ότι αν δεν είχα κάποιον μαζί μου θα ήταν επιεικώς αδύνατον να τα καταφέρω μόνος μου στην Αθήνα του 2020 σε καινούριο δημόσιο κτήριο…

Τελειώνουμε με την ανακρίτρια σε μόλις μιάμιση ώρα συνάντησης (από τα 20 λεπτά που είχα υποσχεθεί στην Κατερίνα) και παίρνουμε τον ανήφορο της επιστροφής, ενώ παράλληλα κοιτάω να μην βρει δικηγόρο διαζυγίων με χαρτιά έτοιμα για χωρισμό.
Βγαίνω κάθιδρος ξανά στην στην Λουκάρεως.
Ο Δήμαρχος έχει φύγει, η τζιπούρα αριστερά της εισόδου είναι στη θέση της με τον οδηγό να τρώει σάντουιτς, να πίνει καφέ, να καπνίζει και να μιλάει στο χαντσφρί ταυτόχρονα, προφανώς περιμένοντας κάποιον. Όλη η γραμμή πίσω του μέχρι τον Άρειο πάγο γεμάτη με ταξί που περιμένουν πελάτη και από μέσα παρκαρισμένα ΙΧ,  τα μισά εκ των οποίων -μαζί και το smart- στολισμένα με ροζ χαρτάκια στο παρμπριζ.

Χριστοί και Παναγίτσες, 10 δραχμές οι εικονίτσες…

Ρίχνω τα δέοντα καντήλια και θέλω να σκάσω μπαστουνιά στον πρώτο ταρίφα-χαφιέ θα πει μαλακία για τη θέση που πάρκαρα. Μέχρι εδώ «καλά». Πληρώσαμε κάτι παραπάνω, αλλά έπρεπε να καταλάβω ότι κάποιο λάκο θα είχε η φάβα της θέσης σ εκείνο το σημείο.

Αφού οι ταξιτζήδες έκαναν φανερά απρόθυμα μανούβρες για να περάσω ανάμεσά τους κούτσα κούτσα και να πάω στο smartάκι, διαπιστώνω ότι μαλακοπίτουρας μπατσάκος χωρίς δράμι μυαλού μου έχει πάρει τις πινακίδες παρά το σήμα ΑμεΑ που έχω αναρτημένο πρώτη μούρη.

Γίνομαι ολίγον τρελός και θέλω να βρω μπάτσο να τον μολοτοφιάσω σαν 16χρονο που του σκότωσαν το φίλο. Ρε μπαστουνόβλαχε κοπρίτη, το να μου πάρεις τις πινακίδες εμένα είναι σα να μου παίρνεις το αμαξίδιο βλάκα. Δεν το έχω για να κάνω βόλτες το smart (καλά, και γι αυτό το έχω αλλά δεν είναι του παρόντος), είναι το εργαλείο για να μπορώ να βρω από το σπίτι μου, καθώς οι συγκοινωνίες είναι απολύτως εχθρικές προς τον πολιτη, πόσο μάλλον προς τον ανάπηρο.
Μπάτσος εκει γύρω ούτε για δείγμα. Λογικό. Τι να κάνουν οι αστυνομικοί σε ένα μέρος που συνωστίζονται εκατοντάδες πολίτες; Μάλλον κάποιος ταρίφας ή κάποιος από αυτούς που έχουν τα γύρω πάρκινγκ κάλεσε την τροχαία και αυτοί ήρθαν, είδαν, νίκησαν και ως άλλοι Καίσαρες έφυγαν με τρόπαιο τις πινακίδες μου.

Παρένθεση:
Για να μην μπερδευόμαστε ξαναλέω: Δεν έχω πρόβλημα με την κλήση (αν και δεν υπήρχε ΠΟΥΘΕΝΑ πρόβλεψη για πάρκινγκ ΑμεΑ και πραγματικά και τώρα ακόμα δεν βλέπω πού αλλού θα μπορούσα να το παρκάρω και να μπορώ να έχω πρόσβαση στο κτήριο). Το αυτοκίνητο όμως δεν ενοχλούσε πουθενά και κανέναν χωμένο δίπλα στον κάδο και χωρίς πινακίδες δεν μπορώ παρά να κάθομαι σπίτι μου.
Κλείνει η παρένθεση. 

Μέσα στο νεύρο, τον ιδρώτα, χωρίς καφέ ακόμα, κουρασμένος, μπαϊλντισμένος και με το νου μου στην Κατερίνα που θέλει να μου σπάσει το κεφάλι γιατί την περιμένουν τα πελατάκια και οι μακέτες της, φεύγω με αναστροφή και παρέα 13.182 μούντζες των παραβρισκόμενων προς την Αλεξάνδρας.

Λουκάρεως 14 εως Αλεξάνδρας γωνία περί τα 8 λεπτά και ένα τηλέφωνο στον αγαπημένο ξάδελφο – μπάτσο που του εξηγώ τι έγινε και ρωτώ τι πρέπει να κάνω.
Βρίζει το μαλάκα το νέοπα που μου πήρε τις πινακίδες και μου λέει να πάω στη υποδιεύθυνση τροχαίας στη Δηλιγιάννη, στον αξιωματικό που είναι εκεί γι αυτή τη δουλειά και θα μου τις δώσουν, «δε μπορεί»…

Λουκάρεως – Δηλιγιάννη 3,6 χλμ σύμφωνα με τον γούγλη = 55 λεπτά με τα μυαλά στα κάγκελα. Ευτυχώς τρία λεπτά πριν τον άγριο ξυλοδαρμό μου από την αγαπημένη μου σύζυγο και μητέρα των παιδιών μου, σταμάτησα για ανεφοδιασμό ήτοι: μισό ταψί τυρόπιτες, νεράκι και καφέ και γλυτώσαμε τα χειρότερα.

Φτάνουμε τυλιγμένοι σε τρίματα σφολιάτας στην υποδιεύθυνση τροχαίας πρωτευούσης, όπου δασκαλεμένος από τον ξάδελφο-ασφαλίτη παρκάρω το σμάρτ πάνω στη σκοπιά και λέω στον αιφνιδιασμένο αστυφύλακα ότι «θέλω τις πινακίδες μου». 

Το παλικαράκι είναι ευγενέστατο και  μας στέλνει σε έναν κυριούλη δίπλα στο ισόγειο που μας έχει γραμμένους στους γενετικούς του αδένες για κανα 10λεπτο,
μέχρι που η Πατέλη θυμάται τι έχει τραβήξει σήμερα, κοκκινίζει, αρχίζει και του ουρλιάζει, του λέει διάφορες πληροφορίες για την διανοητική του κατάσταση που πιθανότατα ο ίδιος δεν γνώριζε, μέχρι που ήρθε η μισή δύναμη τροχαίας που είχε υπηρεσία στο ισόγειο, μας πρόσφεραν καρέκλες, νερό, φοντανάκια και συμπάθεια, αλλά μας είπαν ότι πρέπει να πάμε στον 1ο όροφο στο γραφείο 4 για να κάνουμε ένσταση και να μας δοθούν οι πινακίδες αφού βεβαίως πληρώσουμε το πρόστιμο.

Ασανσέρ υπήρχε, οπότε ανεβήκαμε στον 1ο και ανακαλύψαμε ξανά ότι είμαστε σε μια χώρα βαθιά χωμένη κάπου στην Αφρική.

Σπασμένα γραφεία και καρέκλες. Έντυπα χιλιάδες πεταμένα εδώ κι εκεί. Ντάνες με εφημερίδες και περιοδικά. Μπίχλα. Βρωμιά. Σκόνη σε μασούρια. Λίγδα στους τοίχους και τα πατώματα, μυρωδιά νικοτίνης. Και κόσμος! Πολύς κόσμος σε τριάδες σε έναν μεγάλο σκοτεινό διάδρομο που περίμεναν όρθιοι τη σειρά τους να μπουν στο υπασπιστήριό του διοικητή για να κάνουν ένσταση!
Μιλάμε για χιλιάδες εργατοώρες χαμένες παράλογα τόσο για τους πολίτες όσο και για τη στρατιά των αστυνομικών που ασχολούνται με αυτό και μόνον.
Ακολουθώντας τις οδηγίες των αξιωματικών του ισογείου και ξεπερνώντας τις όποιες ενοχές κοιτώντας το βρώμικο πάτωμα, προσπέρασα όλη την ουρά -που λογικά θα είναι εκεί μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου- και μπούκαρα στο υπασπιστήριο.

Στο γραφείο, αμέσως δεξιά μπαίνοντας, μουγκός μυστακοφόρος με τρεις σαρδέλες επιλοχία και ένα βουνό χαρτιά μπροστά του. Έτος γωνιάς: 1978. Λογικά κάπου θα είχε αναρτημένη τη φωτογραφία του Βασιλέα και της φαμίλιας αλλά είχα τα θέματά μου και δεν το πρόσεξα.

Μπροστά μου γραφείο σινιέ, αντικειμενικά όμορφης πρασινομάτας με σήμα «τυροπιτάκια» που λέγαμε στο στρατό, δεν ξέρω πώς μεταφράζεται στα μπατσικά.
Θρονιάζομαι στ’ αριστερά της  με βογκητό ουχί πόθου μα κούρασης, κάτι το οποίο δεν ξέρω αν κατάλαβε γιατί με κοίταξε κατ ευθείαν με βλέμμα παγωμένο.
-          «Γειά σας, ήρθα για τις πινακίδες» της λέω για να περάσω κατ ευθείαν στην επίθεση.
-          Ποιες πινακίδες; Μου λέει με απορία
-          Τις δικές μου της λέω με χαμόγελο.
Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν ότι μπορώ να παίξω αυτό το παιχνίδι μέχρι ο «αντίπαλος» να ασπαστεί τη τζιχάντ "φι σαμπίλ Αλλά[χ]" ή να μου φυτρώσει κανα κλαδευτήρι ανάμεσα στα δόντια. Συνέχισα λοιπόν να της χαμογελάω χωρίς να μιλάω, ενώ η ίδια με κοιτούσε και προσπαθούσε να καταλάβει αν τη δουλεύω ή αν έμπλεξε με τρελό. Τελικά ήταν τζακ πότ.
-Θέλετε να κάνετε ένσταση, μου λέει χωρίς να ρωτάει.
-όχι της λέω, τις πινακίδες μου θέλω!
-Μα δεν έχετε κάνει ένσταση, μου λέει. Ή έχετε κάνει;
-Ακούστε. Μου πήραν τις πινακίδες… (της λέω πού και πώς) και τις χρειάζομαι.
-Άρα, μου λέει, θέλετε να κάνετε ένσταση.
-Άντε πάλι. Όχι λέμε, τις πινακίδες μου θέλω!

Αποφασίζει να μπει στην κουβέντα και η Κατερίνα η οποία έβλεπε ότι θα κατέληγα φυλακή και εξηγεί στη νεαρά και άπειρη αστυνομικό τα γεγονότα,
ενώ εγώ παρακολουθώ με το ίδιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη και θέλω να σας μεταφέρω τις σκέψεις μου, πλην όμως σκέφτομαι τις «ανεξάρτητες αρχές», το κίνημα «me too”, και όλες τις στερημένες που θα μου την πέσουν για το πώς έβλεπα μια σκληρά εργαζόμενη κοπέλα. Άσε που το κείμενο θα το διαβάσει και η σύζυγος και έχω έννομο συμφέρον να μην τη θέλω χήρα.

Πίσω στο γραφείο, η εκπάγλου καλλονής γραφειοκράτης δε νοούσε να καταλάβει το θράσος μας να ζητάμε πίσω τις πινακίδες που μόλις μας αφαίρεσαν και εμείς δε νοούσαμε να καταλάβουμε το πόσο στόκοι μπορούν να γίνουν οι ένστολοι και αν γεννιούνται έτσι ή εκεί καταλήγουν με τα πολλά.
Βλέποντας τα λεπτά να περνούν χωρίς αποτέλεσμα και μετρώντας τις κατάρες από όσους άφησα να περιμένουν στην ουρά, της λέω ότι επειδή δεν βλέπω να μπορεί η ίδια να λύσει το πρόβλημά μου, θέλω να δω τον διοικητή. Εκεί εξεμάνη και μου τόνισε ότι ο διοικητής έχει φτιάξει αυτή την υπηρεσία για να μην βλέπει ο ίδιος την πλέμπα (χωρίς το πλέμπα). Της απάντησα ότι αν οι διοικητές ήταν ικανοί θα έλυναν τα προβλήματα, δεν θα έφτιαχναν καινούρια με γραφειοκρατικές υπηρεσίες συναλλαγής και κάπου εκεί νομίζω ότι τελείωσε η πολιτισμένη μας κουβέντα.
Τη ρώτησα πόσα κιλά μαλάκας (χωρίς το μαλάκας) είναι ο μπάτσος που παίρνει τις πινακίδες από ένα αυτοκίνητο ΑμεΑ που δεν ενοχλεί κανέναν, πόσο στόκος (με το στόκος) μπορεί να είναι αυτός που δεν του έχει μάθει ότι σκοπός είναι να βοηθάμε όχι να δυσκολεύουμε τον πολίτη… Πόσοι της Τροχαίας χρειάζονται για να βιδώσουν μια λάμπα (αυτό δεν το είπα αν και ήθελα) και γιατί ένας γαμιόλης δεν βρέθηκε να βάλει θέσεις για ΑμεΑ σε χώρο που επισκέπτονται καθημερινά εκατοντάδες πολίτες.

Διαφωνήσαμε για την πιστή ή όχι εφαρμογή του νόμου καθώς η νεαρά υπαξ. ήταν στρατηγικά υπέρ του dura lex, sed lex (το οποίο ρητό, παρά το ότι το γυροφέρνει ουδεμία σχέση έχει με το σεξ) ενώ εγώ επέμενα τονίζοντας ότι δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό για κρίνεις τη διαφορά και να πράξεις  ανάλογα και πώς αν οι δημοτικοί μπάτσοι μπορούν έστω και με δυσκολία και το καταφέρνουν, τότε θα μπορούσε ακόμα και ένας που υπηρετεί στην Τροχαία.

Δυστυχώς δεν κατάλαβε το «λεπτό» μου χιούμορ και συνεχίσαμε;
-Πώς θα πάω εγώ αγαπητή μου στην ανακρίτρια η οποία με απειλεί με φυλάκιση και πρόστιμο αν δεν εμφανιστώ; Βάλε μου ένα γαμημένο πάρκινγκ, βοήθαμε αντί να με τιμωρείς.

Με διακόπτει τσαντισμένη για να μου πει πως ξεχνώ το γεγονός ότι έχω διαπράξει παράβαση και της λέω «όπα», θέλοντας να το βουλώσει για να συνεχίσω πάνω σ αυτό. Με το «όπα» της γυρνάει το όμορφο πράσινο ματάκι και βγαίνει η σκύλα μέσα της όπως η μεγάλη των μπάτσων σχολή την έχει διδάξει: Σηκώνει το φρύδι (το ένα) και μου λέει ψαρωτικά «’οπα, τι όπα…»
Βρήκε παιδάκι τώρα να ψαρώσειQ
 «όπα νιναναη γιαβρουμ νιναναη ναηνα..» 
«όπα είπα λέω», 
Τι όπα; Σας πείραξε το όπα; Εχει τίποτα το όπα; Πάθατε κάτι με το όπα;" 
Κάθε πρόταση και λίγο πιο δυνατά.

Τραβάει μεταβολή 360 μοίρες που θα έλεγε και ο τέως πρωθυπουργός και λέει «όχι δεν έχω τίποτα με το όπα, αλλά έχετε κάνει παράβαση."
-Την οποία αποδέχομαι και θέλω να την πληρώσω εδώ και τώρα για να πάρω τις πινακίδες μου.

Ψύχραιμη πια που η μπάλα ξανάρθε στο γήπεδό της μου αναφέρει όλο το γραφειοκρατικό ποίημα τύπου: ‘Όταν μας φέρετε την φωτοτυπία άδειας κυκλοφορίας, διπλώματος, σήμα ΑμεΑ, χαρτί από τα ΚΕΠΑ για πιστοποίηση αναπηρίας, πληρωμένο παράβολο της κλήσης, τελευταίες εξετάσεις αίματος (αυτό δεν το είπε) και αντίγραφο του τραπεζικού σας λογαριασμού (ούτε αυτό), τότε  Θ Α  Δ ΟΥ Μ Ε αν μπορούμε να σας δώσουμε πίσω τις πινακίδες.

Προφανώς είχε κερδίσει κατά κράτος (κράτος αφού) και επειδή αν συνέχιζα όπως ήθελα θα με έβρισκε στη μπουζού η αποφοίτηση της 12χρονης Αθηνάς από το Πανεπιστήμιο, την ευχαρίστησα με το ίδιο ηλίθιο χαμόγελο με το οποίο με είχε γνωρίσει, σήκωσα το σαρκίο μου από την καρέκλα, έκανα σήμα στην Πατέλη να μην τη δαγκώσει στο λαιμό όπως καταλάβαινα ότι ήταν έτοιμη να κάνει και αποχώρησα από το γραφείο της όπως ο Τσίπρας μετά την 17ωρη διαπραγμάτευση του 2015.

Προφανώς θα κινούμαι χωρίς πινακίδες μέχρι να βρω το κουράγιο να ξαναπεράσω όλη αυτή τη θλιβερή και μίζερη διαδικασία, ή να περιμένω το πλήρωμα του χρόνου (δεν θυμάμαι πόσες ημέρες γράφει η κλήση) για να τις πάρω πίσω από τον γνωστό κύριο του ισογείου που σας περιέγραψα παραπάνω.
Για να μην το ξεχάσω επίσης: Δεν γίνεται να τις παραλάβει άλλος παρά μόνο με εξουσιοδότηση με γνήσιο υπογραφής! Ερώτηση: Πώς θα πάω μέχρι εκεί για να τις παραλάβω; Απάντηση: Στα παπάρια μας!

Μέχρι τότε, πωλείται smartάκι σε άριστη κατάσταση (τύπου καταφέρνει και τσουλάει) χωρίς πινακίδες. Ο αγοραστής θα τις παραλάβει από τη Δηλιγιάννη με την νέα του άδεια κυκλοφορίας. Εγώ εκεί δεν ξαναπατάω!